Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

Επιτροπή Αλήθειας για το Δημόσιο Χρέος: ''...η μη βιωσιμότητα των προγραμμάτων διάσωσης ήταν προβλέψιμη, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ η Ελλάδα διαθέτει υψηλότατη προσαρμοστικότητα στις διαρθρωτικές αλλαγές αντίθετα με τα όσα ισχυρίζεται η Τρόϊκα, μέλη του εκτελ.συμβ. του Δ.Ν.Τ. διαμαρτυρήθηκαν για τις υπερβολικά αισιόδοξες οικονομικές προβλέψεις των προγραμμάτων ''διάσωσης''...τα τελευταία οδήγησαν σε μείωση του ΑΕΠ πάνω απο 22%, μείωση των ακαθ.επενδύσεων πάγιου κεφ. κατά 65% και εργατικού κόστους κατά 24%, τα παρόντα σενάρια των Δ.Ν.Τ. και Ευρ.Επιτροπής βασίζονται σε μη ρεαλιστικές παραδοχές...'' 'Ε Μέρος

Πριν απο καιρό ξεκινήσαμε να παρουσιάζουμε την έκθεση της Επιτροπής Αλήθειας για το Δημόσιο Χρέος. Η εν λόγω έκθεση, η οποία σχηματίστηκε απο έγκριτους επιστήμονες διεθνούς κύρους αποτυπώνει συμπεράσματα και επιστημονικά στοιχεία για τα μνημόνια (1ο και 2ο) αλλά και για το δημόσιο χρέος, δηλαδή πως αυτό σχηματίστηκε και ότι είναι τελικά αθέμιτο, παράνομο, απεχθές και μη βιώσιμο. Σχετικό σύνδεσμο της Επιτροπής Αλήθειας για το Δημόσιο Χρέος μπορείτε να μελετήσετε εδώ: http://greekdebttruthcommission.org/index_el.php

Η Επιτροπή Αλήθειας για το Δημόσιο Χρέος υπό τη διεύθυνση της πρώην Προέδρου της Βουλής κας Ζωής Κωνσταντοπούλου αποτελείτο απο επιφανείς καθηγητές οικονομολόγους, διεθνολόγους, πολιτικούς επιστήμονες όπως: τον κ. Eric Toussaint (καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Λιέγης και της Γαλλίας), τον κ. Cephas Lumina (καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και ανεξάρτητος εισηγητής της ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τα ανθρώπινα δικαιώματα), τον κ. Olivier De Schutter (καθηγητής του Πανεπιστημίου της Λουβαίνης) κ.α. Ολόκληρη η Έκθεση της Επιτροπής Αλήθειας για το Δημόσιο Χρέος σε pdf εδώ: http://debt-truth.gr/wp-content/uploads/2015/07/Report_GR_final.pdf

Δυστυχώς, ο νυν Πρόεδρος της Βουλής κ.Ν.Βούτσης, λίγες μόνον ημέρες πριν η Επιτροπή ολοκληρώσει το έργο της, στις 12.11.2015 σταμάτησε το έργο της και κήρυξε τη λήξη των εργασιών της. Τα επιστημονικά πορίσματα της Επιτροπής και η προσέγγιση της αλήθειας απ' αυτήν ενόχλησαν τόσο την κυβέρνηση που υπέκυψε σε 3ο Μνημόνιο -και μάλιστα- χωρίς διαπραγμάτευση, τουλάχιστον μετά την απομάκρυνση του Γιάνη Βαρουφάκη όσο και σε 4ο Μνημόνιο εντός των ημερών. Ενόχλησαν τα πορίσματα της Επιτροπής και την τρόϊκα εσωτερικού ήτοι λοιπά μνημονιακά κόμματα, τραπεζίτες, μεγαλοδημοσιογράφους κ.α. Εδώ μπορείτε να παρακολουθήσετε μια απο τις συνεντεύξεις των μελών της Επιτροπής Αλήθειας για το Δημόσιο Χρέος: https://www.youtube.com/watch?v=3wKJrL5c8SQ  

Στην τελευταία σχετική μας ανάρτηση μελετήσαμε το Κεφάλαιο 4ο [Ο μηχανισμός του Χρέους στην Ελλάδα] της Επιτροπής Αλήθειας, ήτοι τους περίπλοκους μηχανισμούς που διέπονταν απο τη Σύμβαση Δανειακής διευκόλυνσης και οι οποίοι επέτρεψαν να μεταφερθεί ο κύριος όγκος των νέων δανείων στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, επιταχύνοντας συνάμα τη διαδικασία των ιδιοτικοποίησεων μέσω της χρήσης χρηματοδοτικών μέσων. Για περισσότερα βλέπετε στην ανάρτηση μας εδώ: http://hellas-economy.blogspot.gr/2015/12/blog-post.html

Με την παρούσα ανάρτηση θα μελετήσουμε το 5ο κεφάλαιο της ανωτέρω έκθεσης το οποίο αναφέρεται στους: Αυστηρούς όρους (ήτοι αιρεσιμότητες) εναντίον της βιωσιμότητας.

Τα κυριότερα σημεία της έκθεσης, που αφορούν σε αυτό το κεφάλαιο έχουν ως εξής: 

-Το αποτέλεσμα των Μνημονίων ήταν μια βαθιά οικονομική ύφεση και η δραματική κοινωνική οπισθοδρόμηση. Η πραγματικότητα δεν επιβεβαίωσε τις οικονομικές προβλέψεις που είχε κάνει το ΔΝΤ το 2010. Αντί για σχετική στασιμότητα (-1,5%), στο διάστημα 2009-2014 το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 22%.

-Τα λεγόμενα «προγράμματα διάσωσης» βασίζονταν σε ολοφάνερα εσφαλμένες παραδοχές και η μη βιωσιμότητά τους ήταν προβλέψιμη. Ωστόσο, οι βασικοί τους στόχοι συνίσταντο στη διάσωση των τραπεζών και των πιστωτών του ιδιωτικού τομέα, καθώς και στην αναγκαστική επιβολή νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα.

-Οι αυστηροί όροι (αιρεσιμότητες) του προγράμματος υπήρξαν αντιπαραγωγικοί, όσον αφορά τους δηλωμένους στόχους βιωσιμότητας του χρέους και, ταυτόχρονα, επέφεραν δραματικές αλλαγές στην κοινωνία. Η οικονομική επίδοση επιδεινώθηκε, η ανταγωνιστικότητα δεν αποκαταστάθηκε και ο λόγος χρέους/ΑΕΠ αυξήθηκε.

-Οι τρέχουσες προβλέψεις του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξακολουθούν να βασίζονται στις ίδιες μη ρεαλιστικές παραδοχές. Αυτές οι παραδοχές εμποδίζουν σε μεγάλο βαθμό τη μελλοντική ανάπτυξη της χώρας και, ειδικότερα, την ικανότητά της να πετύχει μια αναπτυξιακή και οικολογική μετάβαση.

-Αυτές οι αρνητικές επιπτώσεις (στο ΑΕΠ, στις επενδύσεις, στην παραγωγικότητα της εργασίας, στον δείκτη Παραγόμενο Προϊόν/Κεφάλαιο και στην απασχόληση) συνιστούν ριζική μεταβολή των οικονομικών συνθηκών. Η οικολογικά και κοινωνικά βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη είναι ασύμβατη με τις υφιστάμενες πολιτικές λιτότητας. Για τον λόγο αυτό, το ελληνικό δημόσιο χρέος μπορεί να θεωρηθεί, επί του παρόντος, ως ολοσχερώς μη βιώσιμο.
ο κ.Γ. Κασιμάτης διαπρεπής συνταγματολόγος και η κα Ζ.Κωνσταντοπούλου 
-Η Ελλάδα έχει προβεί στις λεγόμενες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σύμφωνα με τα Μνημόνια, όπως για παράδειγμα στις αγορές εργασίας και προϊόντων, στις συντάξεις και στην υγεία. Όπως επισημαίνει ο ΟΟΣΑ: «Από το 2009-10, η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό προσαρμοστικότητας στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ».

-Στην αξιολόγηση του Ιουνίου του 2013, το ΔΝΤ συγχαίρει την Ελλάδα για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, ως «ένα από τα κύρια επιτεύγματα του προγράμματος». Αποτέλεσμα των πολιτικών αυτών ήταν μια βαθιά οικονομική ύφεση και η δραματική κοινωνική οπισθοδρόμηση. 

Όταν ο οικονομικός δογματισμός συναντά την πολιτική βούληση 

Τον Μάιο του 2010, η έκθεση του ΔΝΤ σχετικά με το αίτημα για Διακανονισμό Χρηματοδότησης Άμεσης Ετοιμότητας (SBA) περιλάμβανε προβλέψεις που συνδέονταν με το πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης. Το ΑΕΠ προβλεπόταν να μειωθεί μόνο κατά 1,5%, στο διάστημα μεταξύ 2009 και 2014 (αναλυτικά, -4,0% το 2010, -2,6% το 2011,+1,1% το 2012 και από +2,1% το 2013 και το 2014). Στην πραγματικότητα,όμως, το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 22% στο διάστημα αυτό.

Αυτή η ουσιώδης απόκλιση ήταν απολύτως αναμενόμενη, ακόμη και στους κόλπους του ΔΝΤ. Στη συνέλευση του Εκτελεστικού Συμβουλίου του, στις 9 Μαΐου 2010, πολλά μέλη του Εκτελεστικού Συμβουλίου εξέφρασαν τον έντονο προβληματισμό τους σε σχέση με αυτές τις «υπερβολικά αισιόδοξες» οικονομικές προβλέψεις. Διατύπωσαν «σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του προγράμματος» το οποίο θα μπορούσε να αποδειχθεί «κακοσχεδιασμένο και, σε τελική ανάλυση, μη βιώσιμο»: «Είναι πολύ πιθανό η Ελλάδα να βρεθεί σε χειρότερη θέση μετά την υλοποίηση αυτού του προγράμματος», το οποίο δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια «διάσωση κατόχων ελληνικών ομολόγων του ιδιωτικού τομέα, κυρίως ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων».


Εντούτοις, η τελική απόφαση επιβλήθηκε από τις ΗΠΑ με τους περισσότερους ευρωπαίους, μέλη του Εκτελεστικού Συμβουλίου να υποστηρίζουν ότι «το εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι ο (ελληνικός) ιδιωτικός τομέας υποστηρίζει πλήρως το πρόγραμμα» και ότι «οι ελληνικές αρχές έχουν οι ίδιες αποκλείσει την αναδιάρθρωση του χρέους».

Αυτή η προδήλως αβάσιμη απόφαση στηρίχθηκε στην ad hoc θεωρία της «επεκτατικής δημοσιονομικής εξυγίανσης», η οποία συνοψίστηκε λίγο αργότερα από τον τότε Πρόεδρο της ΕΚΤ: «Είναι λάθος να νομίζουμε ότι η δημοσιονομική λιτότητα αποτελεί απειλή για την ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας». 

Ήδη από τον Οκτώβριο του 2010, το ΔΝΤ γίνεται πιο επιφυλακτικό και ανακαλύπτει ότι «η δημοσιονομική εξυγίανση συνήθως ασκεί συσταλτική επίδραση στην παραγωγή». Το 2011, ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, Olivier Blanchard, παραδέχθηκε ότι η λιτότητα είναι επιζήμια για την ανάπτυξη και επισημοποίησε αυτή την παραδοχή με την ομολογία, το 2013, ότι «οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές ήταν ουσιαστικά υψηλότεροι απ’ ό,τι είχαν μυστικά υπολογίσει, εκείνοι που έκαναν τις προβλέψεις». Δεδομένου ότι η πρόσβαση στους πόρους του Ταμείου προορίζεται να παρέχει τη δυνατότητα στις χώρες να «επανορθώσουν την ανισορροπία του ισοζυγίου πληρωμών τους, χωρίς να προσφεύγουν στη λήψη μέτρων καταστροφικών για την εθνική ή διεθνή ευημερία», είναι σαφές ότι οι ενέργειες του ΔΝΤ στην Ελλάδα παραβίασαν εσκεμμένα και κατάφωρα τους σκοπούς του Ταμείου.

Το αποτέλεσμα είναι η συστηματική υποτίμηση των υφεσιακών επιπτώσεων του προγράμματος προσαρμογής. Το 2010, το ΔΝΤ – και το πρώτο πρόγραμμα προσαρμογής, στο σύνολό του – εξακολουθούσε να προβλέπει την επιστροφή στις αγορές το 2012 και τη λήξη της χρηματοδότησης από την «Τρόικα», από το 2013. 

Ένα άλλο «σφάλμα» το οποίο παραδέχθηκε το ΔΝΤ, ήταν ότι «δεν καταβλήθηκε προσπάθεια για την εκ των προτέρων αναδιάρθρωση του χρέους», μολονότι «ένας τρόπος για να γίνουν οι προοπτικές του χρέους περισσότερο βιώσιμες θα ήταν να είχε επιχειρηθεί ευθύς εξ αρχής η αναδιάρθρωση του χρέους». Αντίθετα, «η όψιμη αναδιάρθρωση του χρέους έδωσε επίσης τη δυνατότητα στους ιδιώτες πιστωτές να μειώσουν την έκθεσή τους και να μετακυλήσουν το χρέος σε επίσημα χέρια».

Γενική επιδείνωση των οικονομικών επιδόσεων 

Οι πολιτικές λιτότητας είχαν δραματικές επιπτώσεις στις επενδύσεις: ο όγκος των ακαθάριστων επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου μειώθηκε κατά 65% το 2014, σε σύγκριση με το 2008, ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας μειώθηκε κατά 7%. Η τελευταία μείωση οφείλεται στην αύξηση των πλεοναζουσών παραγωγικών δυνατοτήτων, η οποία αποτυπώνεται στην αύξηση της αναλογίας πάγιου κεφαλαίου προς ΑΕΠ, από 3,6% το 2007, σε 4,9% το 2013 και σε 4,8%το 2014. 

Στον τομέα της μεταποίησης, το ποσοστό αξιοποίησης των παραγωγικών δυνατοτήτων μειώθηκε από 73,5% στο διάστημα 2006-2010, σε 65% το 2013 και 67,7% το 2014. Αυτή η αύξηση του λόγου πάγιου κεφαλαίου προς ΑΕΠ εξηγεί, επίσης, τη μείωση της κερδοφορίας. Από το 2007, αυτή η μείωση ήταν αρκετά μεγαλύτερη στην Ελλάδα, συγκριτικά με την υπόλοιπη ευρωζώνη, παρά τη σημαντική αύξηση των περιθωρίων κέρδους.

Η ανταγωνιστικότητα δεν έχει αποκατασταθεί 

Το εμπορικό ισοζύγιο ήταν σχεδόν μηδενικό το 2014. Αυτό όμως δεν οφείλεται στην επιτυχία των πολιτικών προσαρμογής. Αυτή η αναπροσαρμογή επιτεύχθηκε με μείωση των εισαγωγών, η οποία, από μόνη της, αποτελεί απόρροια της ύφεσης. Υποτιθέμενος σκοπός της εσωτερικής υποτίμησης ήταν η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας, αλλά οι περικοπές μισθών δεν μετακυλίστηκαν στις τιμές εξαγωγής: το εργατικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος μειώθηκε κατά 24% από το 2008, σε σύγκριση με τους εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας. Ωστόσο, οι τιμές των εξαγωγών έμειναν αμετάβλητες και τα περιθώρια κέρδους στα εξαγωγικά προϊόντα αυξήθηκαν κατά 36% έναντι των ανταγωνιστών. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισήμανε αυτό το φαινόμενο: «τα περιθώρια κέρδους αυξήθηκαν – ιδίως στις εξαγωγικές βιομηχανίες – απορροφώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα μέρος της μείωσης του εργατικού κόστους ανά μονάδα προϊόντος».
 
Ο σχεδιασμός των αυστηρών όρων ''αιρεσιμοτήτων'' αύξησε τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ
 
Οι υπολογισμοί του Ιδρύματος Hans Boeckler στη Γερμανία καταδεικνύουν ότι, χωρίς τη λιτότητα, η ελληνική οικονομία θα είχε απλώς μείνει στάσιμη, αντί να απωλέσει το 25% του ΑΕΠ της. Συνεπώς, αν δεν είχε επιβληθεί λιτότητα, ο δείκτης δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ το 2014 θα ήταν στην πραγματικότητα χαμηλότερος κατά 8,1 ποσοστιαίες μονάδες. Επιπλέον, εάν είχαν εφαρμοσθεί μόνον οι αυξήσεις φόρων, χωρίς τις περικοπές δαπανών, ο εκτιμώμενος δείκτης δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ το 2014 θα ήταν 37,1 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από το σημερινό του επίπεδο.
 
Η εφαρμογή δημοσιονομικής και μισθολογικής λιτότητας στην Ελλάδα, ενώ η χώρα ήδη στερούνταν διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, επέφερε παρατεταμένη ύφεση και ανεργία, με δυσμενείς επιπτώσεις στην εύθραυστη χρηματοπιστωτική θέση του κράτους.
 
Ένα σχέδιο τύπου New Deal για την Ελλάδα, βασισμένο στη μεταφορά πόρων ύψους 19,8 δις ευρώ από την ΕΕ, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση ενός προγράμματος άμεσης δημιουργίας τουλάχιστον 300.000 θέσεων εργασίας για ανέργους, σε συνδυασμό με την αναστολή καταβολής τόκων στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του δημόσιου τομέα, θα σημείωνε αισθητά μεγαλύτερη επιτυχία όσον αφορά την ανάπτυξη, την απασχόληση και τον δείκτη δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ. 
Η ανθρωπιστική καταστροφή που επέφεραν οι αυστηροί όροι (αιρεσιμότητες) επέκτεινε την οικονομική μη βιωσιμότητα του χρέους 

Εξαιτίας των αλλαγών στον κατώτατο μισθό, στη διαδικασία συλλογικών διαπραγματεύσεων, στους μισθούς του Δημοσίου, καθώς και της αύξησης της ανεργίας, οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν κατά 17,2% το 2014, σε σύγκριση με το 2009. Το ποσοστό των μισθών επί του εθνικού εισοδήματος μειώθηκε από 60,1% το 2010, σε 55,1% το 2013, δηλαδή κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες, σε διάστημα μόλις τριών ετών.
Η μείωση του ποσοστού μισθών επί του εθνικού εισοδήματος έχει κρίσιμες επιπτώσεις στην ανάπτυξη και, συνεπώς, στα φορολογικά έσοδα, στον δημόσιο δανεισμό, στον δείκτη δημόσιου χρέους/ΑΕΠ και, κατ' επέκταση, στη βιωσιμότητα του χρέους.
 

Χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία που αναπτύχθηκε σε μια έκθεση για τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας, εκτιμάμε τις επιπτώσεις της μείωσης του ποσοστού μισθών στο εθνικό εισόδημα, κατά 1 ποσοστιαία μονάδα στην κατανάλωση, στις επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα, στις εγχώριες τιμές, στις τιμές εξαγωγών, στις εξαγωγές και στις εισαγωγές στην Ελλάδα. Η μείωση του ποσοστού μισθών κατά 1 ποσοστιαία μονάδα οδηγεί σε πτώση του ΑΕΠ κατά 0,92%. Χρησιμοποιώντας αυτό το εύρημα, εκτιμάμε την απώλεια φορολογικών εσόδων και την αύξηση των καταβολών τόκων και του δημόσιου χρέους εξαιτίας της μείωσης του ποσοστού μισθών στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, η μείωση του ποσοστού μισθών επέφερε αύξηση του δείκτη δημόσιου χρέους/ΑΕΠ κατά 7,8 ποσοστιαίες μονάδες. Αυτή και μόνο η μείωση των μισθών εξηγεί περισσότερο από το ένα τέταρτο (27%) της αύξησης του δείκτη δημόσιου χρέους/ΑΕΠ σ’ αυτή την περίοδο.
 

Η δέσμη μέτρων πολιτικής που συνοδεύει τα μνημόνια, όχι μόνο αύξησε τις ανισότητες, αλλά επίσης συνέβαλε στη μείωση του ΑΕΠ, καθώς και στην αύξηση του δημόσιου δανεισμού και σε μια αύξηση του δείκτη δημόσιου χρέους/ΑΕΠ. Κατά συνέπεια, το χρέος της Ελλάδας κατέστη ακόμη λιγότερο βιώσιμο. Οι απαιτήσεις των μνημονίων υπήρξαν αντιπαραγωγικές, όσον αφορά τους στόχους βιωσιμότητας του χρέους, ενώ, παράλληλα, επέφεραν δραματικές αλλαγές στην κοινωνία.

Οι τρέχουσες προβλέψεις του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξακολουθούν να βασίζονται σε μη ρεαλιστικές παραδοχές. 

Δυστυχώς, τα τρέχοντα βασικά σενάρια του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απλώς αναπαράγουν τις παλαιότερες αστοχίες τους. Υποθέτουν ότι ο δείκτης χρέους/ΑΕΠ θα μειωθεί από 177,1% το 2014, σε 139,4% έως το 2019, δηλαδή κατά 37,5%.
 

Υποτίθεται ότι η οικονομική μεγέθυνση θα συνεισφέρει το 27,3%, ενώ τα πρωτογενή πλεονάσματα το 19,9%. Ο πληθωρισμός και οι ιδιωτικοποιήσεις αναμένεται επίσης να συμβάλουν θετικά σε αυτή τη μείωση. Συνολικά, αναμένεται ότι αυτή η μείωση θα εγγυηθεί τις καταβολές τόκων, οι οποίες θα φθάσουν τις 25 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, σε ορίζοντα πενταετίας. Ωστόσο, το σενάριο δεν χαρακτηρίζεται από συνέπεια, όπως μας δείχνουν οι οικονομολόγοι του Γαλλικού Παρατηρητηρίου Οικονομικών Συγκυριών. Το Παρατηρητήριο δεν κατόρθωσε να αναπαραγάγει το εν λόγω σενάριο, επειδή το σενάριο βασίζεται σε τέσσερις μη ρεαλιστικές παραδοχές

1. Ότι το παραγωγικό κενό θα κλείσει εντός της επόμενης πενταετίας. 2. Ότι ατμομηχανή της ανάκαμψης θα γίνει η εγχώρια ζήτηση, παρά την υψηλή ανεργία και τους χαμηλούς μισθούς. 3. Ότι η συμβολή της ζήτησης του δημόσιου τομέα στην ανάπτυξη θα είναι θετική, παρότι δεν προβλέπεται καμία πραγματική αύξηση του ποσοστού των κρατικών δαπανών στο ΑΕΠ. 4. Ότι η ανάκαμψη θα έχει αρνητική επίπτωση στις εισαγωγές (ως ποσοστό του ΑΕΠ).

Ένα άλλο εντυπωσιακό γεγονός είναι ότι η αποπληρωμή του χρέους συγκεντρώνεται το 2015 και 2016 και στις μετέπειτα εκλογικές χρονιές, 2019 και 2023, με φαινομενικά συστηματικό τρόπο.

Ριζική μεταβολή οικονομικών συνθηκών 
 
Οι πολιτικές προσαρμογής επέφεραν ριζική μεταβολή των οικονομικών συνθηκών. Είχαν αρνητικές επιπτώσεις στο ΑΕΠ, στις επενδύσεις, στην παραγωγικότητα της εργασίας, στον δείκτη Προϊόν/Κεφάλαιο και στην απασχόληση. Η οικολογικά και κοινωνικά βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, σημαντική αύξηση των δημόσιων δαπανών (συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων επενδύσεων).
Είναι ασύμβατη με τις υφιστάμενες πολιτικές λιτότητας, επειδή δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για επιδίωξη πρωτογενούς δημοσιονομικού πλεονάσματος. Για τον λόγο αυτό, θεωρούμε ότι το δημόσιο χρέος είναι, επί του παρόντος, στο σύνολό του, μη βιώσιμο.


Επιμέλεια: Ξενοφών Οικονομικός (17.5.2016)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αγαπητοί αναγνώστες,
σας ενημερώνουμε ότι στο blog μας τα σχόλια έχουν στόχο τη συνεισφορά σε έναν επικοδομητικό διάλογο και την δημοσιοποίηση εκ μέρους των αναγνωστών επιπλέον στοιχείων για τις οικονομικές δυνατότητες της πατρίδας μας.
Ως εκ τούτου σχόλια θα εγκρίνονται όταν είναι σχετικά με το θέμα, εννοείται ότι δεν περιέχουν προσβλητικούς ή απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και δεν περιέχουν συνδέσμους αμφιβόλου αξιοπιστίας.
Όταν αποστέλλετε κείμενα μέσω σχολίων ή e-mail και δεν είναι δικά σας παρακαλείσθε να αναγράφετε την πηγή τους.
Ευχαριστούμε για τη συνεργασία σας.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.